Print this page

Μελετήθηκαν 429 διαδοχικοί ασθενείς με ιστορικό εμφράγματος μυοκαρδίου, αγγειοπλαστικής των στεφανιαίων ή αορτοστεφανιαίας εγχείρησης

 Ολοκληρώθηκε η πρώτη φάση της μελέτης της στεφανιαίας νόσου που διενεργήθηκε στη Καρδιολογική κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου μεταξύ Ιουλίου - Δεκεμβρίου 2018, σύμφωνα με ανακοίνωση του Διευθυντή της Καρδιολογικής Κλινικής του ΓΝ Πάφου Δρ. Ιωσήφ Μουτήρη.

Στη Μελέτη, προστίθεται στην ανακοίνωση, τα αποτελέσματα της οποίας θα παρουσιαστούν σε συνέδριο στο εξωτερικό, συμμετείχαν όλοι οι καρδιολόγοι της Κλινικής. Όπως αναφέρεται, συνολικά μελετήθηκαν 429 διαδοχικοί ασθενείς με ιστορικό εμφράγματος μυοκαρδίου, αγγειοπλαστικής των στεφανιαίων ή αορτοστεφανιαίας εγχείρησης. Η μέση ηλικία ήταν τα 68 χρόνια. Ποσοστό 82% ήταν άνδρες. 

Αναφερόμενος σε κάποια αποτελέσματα ο κ. Μουτήρης είπε πως το 23% των μελετηθέντων ανέφεραν πως συνεχίζουν το κάπνισμα και μετά το καρδιακό συμβάν. Το 34% των ασθενών απήντησαν πως ακολουθούν καθημερινό πρόγραμμα άσκησης με τη μορφή συνεχούς βαδίσματος για 30-60 λεπτά. Υγιεινή διατροφή κατόπιν συμβουλής από κλινικό διαιτολόγο ακολουθεί μόνο το 16% των μελετηθέντων ασθενών.

Κατά την εξέταση διαπιστώθηκε πως ποσοστό 35% είχαν δείκτη μάζας-σώματος μεγαλύτερο από 30, συνεπώς ήταν παχύσαρκοι.

Αξιοσημείωτο είναι πως φυσιολογικό δείκτη είχε μόνο το 13% των ασθενών.  Επιπρόσθετα παρατηρήθηκε πως στο 26% των ασθενών η χοληστερόλη ήταν αυξημένη, δηλαδή περισσότερη από 190mg. Στην υποομάδα των διαβητικών, όπου το ανώτερο επιθυμητό επίπεδο χοληστερόλης είναι τα 175mg, το ποσοστό των ασθενών με αυξημένα επίπεδα ανέρχεται στο 38%.

Τιμές συστολικής πίεσης ίσες ή μεγαλύτερες από 140mmHg, παρατηρήθηκαν στη διάρκεια της εξέτασης στο 44% των ασθενών. Στην ομάδα των διαβητικών, που ανήλθε στο 33% των συμμετεχόντων, παρατηρήθηκε ότι ποσοστό 17% είχε γλυκοζυλιόμενη αιμοσφαιρίνη μεγαλύτερη από 6.2%.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα παρατηρήθηκε επίσης πως ποσοστό 7% στην ομάδα των διαβητικών στεφανιαίων ασθενών, είχε επηρεασμένη τη νεφρική λειτουργία, σε βιοχημικό επίπεδο. Μελετήθηκαν επίσης, το ινωδογόνο, η CRP και η ομοκυστείνη, που αποτελούν δείκτες φλεγμονής αλλά και προγνωστικούς δείκτες για νέα καρδιαγγειακά.